Γόργειος

Γόργειος, α, ον,
A of or belonging to the Gorgon,

Γοργείη κεφαλή Il.5.741

, Od.11.634; Γόργειον, τό, a Tragic mask, EM238.46, Poll.10.167, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γόργειος — Γόργειος, εία και είη, είον (Α) [Γοργώ] 1. αυτός που ανήκει στη Γοργόνα, στη Μέδουσα («Γοργείη κεφαλή») 2. το ουδ. ως ουσ. το Γόργειον το κεφάλι τής Μέδουσας …   Dictionary of Greek

  • Γοργείων — Γόργειος of fem gen pl Γόργειος of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργόνειον — Γόργειος of masc/fem acc sg Γόργειος of neut nom/voc/acc sg Γοργόνειος a Gorgon mask masc/fem acc sg Γοργόνειος a Gorgon mask neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γόργειον — Γόργειος of masc acc sg Γόργειος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείη — Γόργειος of fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείην — Γόργειος of fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείης — Γόργειος of fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείοις — Γόργειος of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείοισι — Γόργειος of masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείοισιν — Γόργειος of masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργείῳ — Γόργειος of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.